Αντιμετωπίζοντας το παιδικό πένθος

Συγγραφείς και καλλιτέχνες, ψυχολόγοι και επιστήμονες προσπάθησαν επίμονα να συλλάβουν το πώς αντιλαμβάνεται το παιδί το θέμα του θανάτου, να συλλάβουν τις διαφορές με τον ενήλικο, να εκφράσουν με σύμβολα και λόγια μεγάλων τις ιδιαίτερες αποχρώσεις. 

Συνήθως τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του θανάτου από όσο νομίζουμε, δεν έχουν καθόλου ανάγκη από φιλοσοφικές έννοιες για να τον πλησιάσουν, να τον σκεφτούν, να το δεχτούν ή να τον αρνηθούν. 


Η απώλεια ενός γονέα ή άλλου μέλους της οικογένειας, αποτελεί γεγονός οδυνηρό στη ζωή των παιδιών δημιουργώντας ένα πένθος που μπορεί να διατηρηθεί συνειδητό ή ασυνείδητο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η αντίδραση αυτή συνήθως οδηγεί τα εναπομείναντα μέλη σε καταστάσεις δύσκολες, καθώς μπαίνουν σε διαδικασίες διαρκής αναζήτησης τρόπων για την καλύτερη αντιμετώπιση αυτού του πένθους.

Οι γνώμες διίστανται όσον αφορά την χρονική στιγμή που το παιδί είναι σε θέση να πενθήσει. Έκτος από την ηλικία που κρατά τον βασικό ρόλο, άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στην κατανόηση του θανάτου αλλά και στην διεργασία του θρήνου είναι η νοητική και συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού, η προσωπικότητα του, το περιβάλλον, το πόσο προετοιμασμένο είναι οι προηγούμενες σχέσεις του με τον εκλιπόντα καθώς και το πώς ο εναπομείναντας γονέας αντιμετωπίζει το θάνατο. 
Σύμφωνα με τον Bowlby, το παιδί ακολουθώντας την πορεία του φυσιολογικού πένθους περνά τρείς φάσεις που περιγράφονται ως φάση διαμαρτυρίας, απόγνωσης, και «αποδέσμευσης». Η σειρά των αντιδράσεων αυτών είναι μια σειρά που με την μια ή με την άλλη παραλλαγή παραμένει χαρακτηριστική όλων των μορφών του πένθους και θεωρείται ευρέως αποδεκτή.

Οι μηχανισμοί πένθους είναι παρόμοιοι σχεδόν στο παιδί και στον ενήλικα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί το παιδί κατακτά σταδιακά κάποιες έννοιες καθώς και τη ικανότητα του λόγου. Μπορεί λοιπόν τα στοιχεία αυτά να μην έχουν αναπτυχθεί πλήρως στο παιδί. Δυστυχώς αυτό δημιουργεί μεγάλη δυσκολία στο κοντινό περιβάλλον αφού αδυνατεί να καταλάβει την εσωτερική σύγχυση που διακατέχει το παιδί και το οδηγεί στην παρουσίαση μιας σειράς αντιδράσεων. 

Ο τρόπος που θα διαχειριστούμε την κατάσταση αυτή θα βοηθήσει και στην ομαλή μετάβαση του παιδιού στην νέα συνθήκη αλλά και στην έκφραση ενός φυσιολογικού πένθους. Καταρχήν, μετά το θάνατο ενός μέλους της οικογένειας οφείλουμε να ενημερώσουμε άμεσα το παιδί. Συνήθως η καθυστέρηση της ενημέρωσης αυτής δημιουργεί σύγχυση, παρερμηνείες, ανασφάλεια και φόβο. Εξάλλου, η απόκρυψη ενός τέτοιου γεγονότος επιβάλλει μια αφόρητη σιωπή που το παιδί αδυνατεί να αντέξει, έτσι κλείνεται στον αυτό του και δίνει δικές του ερμηνείες που φαντάζουν τρομακτικές μπροστά στην πραγματικότητα και οδηγούν σε παθολογία. 

Επειδή τα παιδιά αδυνατούν να συλλάβουν ότι ο θάνατος είναι κάτι οριστικό, πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα το λεξιλόγιο που θα χρησιμοποιήσουμε για να εξηγήσουμε το γεγονός . Συγκεκριμένα, λέξεις όπως «χάθηκε», «τον πήρε ο θεός» κτλ. Δεν βοηθούν αντίθετα δημιουργούν μεγαλύτερη ένταση στα παιδιά. Καλύτερα να αποφεύγουμε τη χρήση διφορούμενων λέξεων και εκφράσεων προκειμένου να μην υπάρξει παρερμηνεία της έννοιας του θανάτου και να χρησιμοποιούμε λέξεις όπως θάνατος και πέθανε προκειμένου να διευκολύνουμε τη διαδικασία κατανόησης και προσαρμογής στην απώλεια.

Σύμφωνα με τους Bertoia και Allan , τα παιδιά έχουν από μικρά σχετίσει το θάνατο με κάποιο μαγικό στοιχείο. Αν είναι δυνατόν, δίνουμε την πραγματικότητα όσο πιο απλά μπορούμε, ως κάτι που είναι μεν οδυνηρό αλλά δεν έχει περιθώρια αλλαγής. Η Rainbault περιγράφει στο βιβλίο της «Το παιδί και ο θάνατος» πως ένας πατέρας εξηγεί στα παιδιά του το θάνατο της μητέρας τους «θέλοντας να εξηγήσει το θάνατο στα παιδιά του, ο πατέρας τους είπε πως η μητέρα τους είχε πάψει να αναπνέει, πως δεν ήταν πια ζωντανή, πως δεν θα μπορούσε πια να αισθανθεί τίποτα, πως έχει φύγει για πάντα, πως δεν θα ξαναερχόταν ποτέ, πως θα την έθαβαν μέσα ση γη, προφυλαγμένη σε ένα κουτί με ένα καπάκι από πάνω και πως τίποτα δεν θα την κατέστρεφε, ούτε θα την έβλαπτε η βροχή, το χιόνι, ο ήλιος. Όταν η κόρη του τον ρώτησε τι θα τρώει εκείνος είπε ότι ο νεκρός δεν αναπνέει πια και δεν έχει ανάγκη από τροφή». Ενίοτε το παιδί μπορεί να ρωτήσει τι συμβαίνει μετά, που πάει το σώμα. Οι γονείς θα μπορούσαν τότε να μοιραστούν τις προσωπικές τους θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις χωρίς να δημιουργούν ψευδαισθήσεις στα παιδιά. 

Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του παθολογικού πένθους είναι η απουσία επικοινωνίας των επιθυμιών του παιδιού. Καλό θα ήταν να ενθαρρύνουμε το παιδί να εκφραστεί ανοιχτά για το αν θέλει να επιστρέψει ο νεκρός ή αν θέλει να τον μαλώσει που έφυγε. Αποφεύγουμε, λοιπόν, το μονόλογο και δίνουμε την ευκαιρία στο παιδί να εκφράσει τους φόβους του και τα συναισθήματα του. Αν αρνηθούμε να ακούσουμε αναστέλλουμε την περιέργεια του παιδιού και το οδηγούμε σε αντιδράσεις που απλά σχετίζονται με την απαίτηση μας να έχει  την συμπεριφορά που εμείς επιθυμούμε ή που απλά μας βολεύει γιατί δεν μας δυσκολεύει. 

Ένα σημαντικό σημείο είναι οι ενοχές του παιδιού για το θάνατο του άλλου. Αταξίες, απαγορευμένες σκέψεις ή πράξεις ταλαιπωρούν το παιδί με αισθήματα ενοχής καθώς του καταλογίζουν το θάνατο του αγαπημένου του προσώπου. Το κοντινό περιβάλλον οφείλει να διευκρινίσει πως το παιδί δεν προκάλεσε και δεν έχει την παραμικρή ευθύνη γι αυτή την απώλεια. Πρέπει να τονιστεί όσες φορές χρειαστεί ότι καμία συμπεριφορά προηγούμενη ή επόμενη δεν θα μπορούσε να αποτρέψει αυτό το θάνατο. 


Ένα παιδί έχει ανάγκη από ορισμένο χρονικό διάστημα για να ξεπεράσει ένα πένθος. Το να εξαφανιστεί κάθε ίχνους του νεκρού ξαφνικά, φωτογραφίες, ρούχα, προσωπικά αντικείμενα προκειμένου να ξεπεραστεί γρήγορα ο θρήνος μπορεί να φέρει το ανάποδο αποτέλεσμα. Δεν κρύβουμε το παρελθόν γιατί αυτό δεν μπορεί να ξεχαστεί εύκολα,  θα  ξεπεραστεί σε αόριστο χρονικό διάστημα.

Το να χαθεί ένα αγαπημένο άτομο και παράλληλα να αντιμετωπίζεις το πένθος ενός παιδιού δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Θα χρειαστεί χρόνος και στήριξη από το περιβάλλον προκειμένου να δρομολογηθεί η φυσιολογική πορεία του πένθους και παράλληλα να μπούν σωστές βάσεις για την ομαλή ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού. Η παρουσία του ειδικού εφόσον το πένθος επιμένει και οδηγεί σε δυσλειτουργία κρίνεται αναγκαία. Τόσο όσον αφορά το παιδί αλλά και όσον αφορά τον ενήλικα προκειμένου να δουλέψει το δικό του πένθος και πως αυτό αλληλεπιδρά και διατηρεί και το πένθος του παιδιού.

 

Κατερίνα Καραμανή
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια